806/2013 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ ( 636837)

(ΑΡΜ 2013/2137)
Οι αποδοχές του εργαζομένου που οφείλονται από την παροχή εργασίας σε ημέρες που αυτή απαγορεύεται αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας.
(Η περίληψη ελήφθη από το περιοδικό «ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ», εκδόσεως του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης).

ΕφΘεσ 806/2013

Δικαστής: Γεώργιος Αποστολάκης.
Δικαστές: Δ. Στρούντζα-Ξένου- Μ. Χασιρτζόγλου (Εισηγήτρια).
Δικηγόροι: Π. Τασίκα, Δ. Σιδέρης.

Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966 προκύπτει, ότι ο κατά τις Κυριακές εργαζόμενος επιτρεπτώς (όπως σε ξενοδοχεία κατά το άρθρο 7 παρ. 1 περ. 0` β.δ. 748/1966) και με μηνιαίο μισθό αμειβόμενος δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (δηλαδή αυτού που καθορίζεται από το νόμο ή από ΣΣΕ ή ΔΑ και αποτελείται από το βασικό μισθό και επιδόματα – προσαυξήσεις που τυχόν προβλέπονται), η οποία στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 435/1076) και συνεπώς τη δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (βλ. ΑΠ 206/2009 Νόμος, ΑΠ 1150/2007 Νόμος, ΑΠ 975/2000 ΕλλΔνη 2001.122, Εφθεσ 1151/2008 Αρμ 2008.1212). Εάν ο μισθωτός αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό τύχει αναπληρωματικής ανάπαυσης δεν δικαιούται εκτός από την προσαύξηση αμοιβή για την απασχόληση την Κυριακή (ΑΠ 1995/1984 ΔΕΝ 41.1056, ΕφΑιγ
211/2008 Νόμος, Βλαστός, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις 2005 σελ. 608-610). Σε περίπτωση όμως στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου (και) η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχής εργασίας κατά την ημέρα της υποχρεωτικής ανάπαυσης (Σάββατο) λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ` αυτές εργασθέντα μισθωτό (ΑΠ 1253/2002 ΔΕΕ 2003.824, ΑΠ 1017/1995 ΔΕΝ 1995.1346, ΑΠ 353/1995 ΕΕργΔ 1995.1006, ΑΠ 930/1990 ΕλλΔνη 32.554, ΕφΔωδ 140/2004 Νόμος). Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί τις αποδοχές του, εξαιτίας της στέρησης της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας του ανάπαυσης ή της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης, πρέπει ν` αναφέρονται στο δικόγραφο τα σχετικά στοιχεία δηλαδή η παροχή παράνομης εργασίας, ο χρόνος παροχής της εργασίας αυτής και το ποσό το οποίο θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, για την παροχή της ίδιας εργασίας και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, καθώς και ο χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμός του εργοδότη, ο οποίος στην περίπτωση αυτή επέρχεται από τη μη ελάττωση της περιουσίας του, εξαιτίας του ότι δεν κατέβαλλε μισθούς σε άλλον εργαζόμενο, που θα παρείχε έγκυρα την εργασία του (ΑΠ 974/1991 ΕΕργΔ 52.508, ΑΠ 1110/1991 ΕΕργΔ 52.511, ΑΠ 529/1990 ΕΕργΔ 50.23, ΕφΔωδ 140/2004 ό.π., Εφθεσ 1155/2002 Αρμ 2003.978, Εφθεσ 101/2001 ΔΕΕ 2002.319). Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών με την αγωγή του ζητούσε να αμειφθεί με το 1/25 του μηνιαίου μισθού του για την έκτη και την έβδομη ημέρα εργασίας, επικουρικά δε στήριζε τις αγωγικές του αξιώσεις στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να αναφερθεί στην ακυρότητα της σύμβασης εργασίας του. Η απουσία της αναφοράς αυτής είχε ως συνέπεια την απόρριψη από την εκκαλουμένη του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής ως αόριστου. Οπως, όμως, αναφέρεται στη μείζονα σκέψη η παροχή της εργασίας κατά τις ημέρες αυτές είναι απαγορευμένη και εξ ορισμού άκυρη από το γεγονός της παροχής της και μόνο και ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, σε εκτέλεση της οποίας παρέχεται, ως έγκυρης ή άκυρης, συνεπώς η αναφορά στην αγωγή περί ακυρότητας της συμβάσεως περιττεύει και δεν συνιστά στοιχείο του αναγκαίου περιεχομένου της, ώστε χωρίς αυτό να καθίσταται αόριστη. Στην προκείμενη περίπτωση δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση της ακυρότητας ή της ανυπαρξίας σύμβασης για να θεμελιωθούν οι επίδικες αξιώσεις στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού, όπως προεκτέθηκε, η αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση για την εργασία του κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα στηρίζεται, όπως και στην αγωγή εκτίθεται, στο γεγονός της απασχόλησης του κατά τις ημέρες αυτές, χωρίς να του χορηγηθεί ημέρα αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (βλ. και ΑΠ 1108/2009 ΕΠολΔ 2010.447). Η εκκαλουμένη που έκρινε τα αντίθετα έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος και η αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, κρίνεται παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να ερευνηθεί για την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ρ.Κ.